Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΣΤΗ ΧΙΟ-ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2010




Θρησκευτικά με υπολογιστή

 Η αναγκαιότητα της χρήσης της νέας τεχνολογίας στη διδασκαλίας του μαθήματος, τονίσθηκε σε ημερίδα θεολόγων στη Χίο 






Επιμορφωτική, επιστημονική ημερίδα για τους θεολόγους καθηγητές του Νομού Χίου, πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του 2ου Γενικού Λυκείου Χίου,την Τρίτη 5 Οκτώβρη, μετά από πρόσκληση του κου Ανδρέα Αργυρόπουλου, Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.




Τους προσκεκλημένους υποδέχθηκε και καλωσόρισε η κα Αρετή Μπαχά, διευθύντρια του 2ου Γενικού Λυκείου Χίου. Την ημερίδα τίμησε με την παρουσία της η διευθύντρια της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Χίου κα Ευτυχία Βλυσίδου, η οποία απηύθυνε χαιρετισμό κηρύσσοντας ταυτόχρονα την έναρξη των εργασιών.

Το πρόγραμμα της ημερίδας περιλάμβανε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος εισηγητής ήταν ο κος Ανδρέας Αργυρόπουλος, Σχολικός Σύμβουλος με θέμα «Ο ρόλος του εκπαιδευτικού». Με τρόπο απλό και σαφή έθεσε τις βάσεις για τον εκπαιδευτικό του σημερινού σχολείου περιγράφοντας τη σύγχρονη πραγματικότητα. Παράλληλα έθεσε επίκαιρους προβληματισμούς που αφορούν όλους μας.

Το δεύτερο μέρος περιλάμβανε δειγματική διδασκαλία από το θεολόγο καθηγητή του 2ου Γενικού Λυκείου Χίου κο Δημήτριο Τσελίγκα σε διδακτική ενότητα της Α΄ Λυκείου. Στη συζήτηση που ακολούθησε για το σχολιασμό της διδασκαλίας, τονίστηκε ο ρόλος και η ανάγκη για συχνή χρήση των νέων τεχνολογιών. Όλοι οι παρευρισκόμενοι κατά γενική ομολογία αναγνώρισαν τη ζωντάνια, την εγρήγορση και το ενδιαφέρον των μαθητών κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Διατυπώθηκαν εποικοδομητικές προτάσεις, παρατηρήσεις και σχολιασμοί για μια καλύτερη διδασκαλία που θα αφορά όλους τους θεολόγους καθηγητές.



Στη συνέχεια ο κος Δημήτριος Μπεκριδάκης θεολόγος καθηγητής και συγγραφέας πραγματοποίησε εισήγηση με θέμα «Θεολογία και Επιστήμη». Με ιδιαίτερο τρόπο παρουσίασε τη συνθετική και αλληλοσυμπληρούμενη εικόνα τους. Τόνισε τις περιοχές και τους άξονες για συνεργασία μεταξύ των δύο πεδίων και με επιστημονικά επιχειρήματα μας έδωσε παραδείγματα για χρήση στις αντίστοιχες διδακτικές ενότητες των σχολικών βιβλίων.

Στο τελευταίο μέρος ο κος Σχολικός Σύμβουλος ενημέρωσε τους εκπαιδευτικούς για τα νέα υπό συζήτηση προγράμματα μαθημάτων του Λυκείου που προωθεί ομάδα εργασίας του Υπουργείου Παιδείας και ιδιαίτερα για το ρόλο του θρησκευτικού μαθήματος στο νέο σχολείο.

Η συζήτηση που ακολούθησε επί των εισηγήσεων και γενικότερα για την όλη εκπαιδευτική ημερίδα άφησε σε όλους μας μια γλυκιά γεύση. Συγχρόνως οριοθέτησε και τους στόχους που πρέπει να θέσει ο καθένας μας στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Η ευεργετική επίδραση της ημερίδας ήταν εμφανής σε όλους μας αλλά και η ανάγκη για τη συνέχιση τέτοιων εμπειριών επιβεβλημένη στους σύγχρονους καιρούς






http://www.palo.gr/cluster.aspx?id=1299619
http://www.anagrafes.gr/diafora-nea/ekklisiastika/106-2010-10-24-13-12-36

Επιμορφωτική Ημερίδα των Θεολόγων της Χίου. Καλλιμασιά Μάρτιος 2010.




























Με τους συναδέλφους της Χίου και τον Σύμβουλο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, κ. Σταύρο Γιαγκάζογλου μετά το πέρας της επιμορφωτικής ημερίδας στο φιλόξενο χώρο του Γυμνασίου Καλλιμασιάς Χίου.
13 Μαρτίου του 2010.


Δελτίο τύπου της Ένωσης Θεολόγων Χίου

Το Σάββατο 13 Μαρτίου 2010 πραγματοποιήθηκε στο Γυμνάσιο Καλλιμασιάς επιμορφωτική ημερίδα των Θεολόγων του νησιού. Η Ημερίδα διοργανώθηκε μετά από πρόσκληση του Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου κ. Ανδρέα Αργυρόπουλου, σε συνεργασία με την Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου και την Ένωση Θεολόγων του νησιού.
 Τις εργασίες της ημερίδας χαιρέτησαν με επιστολή τους επειδή λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Χίου Ψαρών και Οινουσσών κ. κ. Διονύσιος, καθώς και η Περιφερειακή Διευθύντρια Α/θμιας & Β/θμιας Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου κ. Αδαμαντία Κοντέλλη. Ειδικότερα η κ. Κοντέλλη στη χαιρετιστήρια επιστολή της τόνισε ότι σε μια εποχή αμφισβήτησης και πολλαπλών επιρροών, το μάθημα των Θρησκευτικών αποκτά ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία για τη διαμόρφωση αξιών και την υιοθέτηση υγιών στάσεων ζωής από τους μαθητές μας. Ως εκ τούτου, απαιτείται συνεχής αναπροσαρμογή των εκπαιδευτικών στόχων του Θεολόγου και διάλογος με το σύγχρονο κόσμο, έτσι ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί, με τρόπο επίκαιρο και αποτελεσματικό, στις σύγχρονες παιδαγωγικές προκλήσεις. Την εκδήλωση, ωστόσο, τίμησαν με την παρουσία τους, απευθύνοντας σχετικό χαιρετισμό ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Χίου κ. Παύλος Καλογεράκης, ο Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Νομού Χίου κ. Νικόλαος Στουπάκης δ. φ. , ο συνταξιούχος Θεολόγος και Γυμνασιάρχης κ. Ιωάννης Κολλιάρος, καθώς και ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Κληρικών Χίου π. Γεώργιος Κωνσταντίνου.

 Σύμφωνα με το πρόγραμμα ακολούθησε η πρώτη εισήγηση από τον τον κ. Σταύρο Γιαγκάζογλου, Σύμβουλο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για το μάθημα των Θρησκευτικών με  θέμα: Το μάθημα των Θρησκευτικών στο Δημόσιο Σχολείο: Προβληματισμοί και Προοπτικές. Μέσα από μια σύντομη ιστορική αναδρομή για την παρουσία και το ρόλο που κλήθηκε να διαδραματίσει το μάθημα των Θρησκευτικών στην εκπαιδευτική διαδικασία τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και την παραστατική παρουσίαση των νέων δεδομένων (πολυπολιτισμική κοινωνία, έντονη παρουσία ΜΜΕ, λειτουργία ανεξαρτήτων αρχών, ευρωπαϊκή προοπτική ...), κατατέθηκε από τον κ. εισηγητή η πρόταση για τις προοπτικές  του μαθήματος στο σύγχρονο δημόσιο σχολείο. Συγκεκριμένα παρουσιάστηκε η προοπτική του ως μαθήματος θρησκευτικού εγγραμματισμού (μάθημα περισσότερο εμπλουτισμένο με θρησκειολογικά και πολιτισμικά στοιχεία) για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης που θα προσφέρει στην αποσόβηση φονταμενταλιστικών τάσεων. 
Στη δεύτερη εισήγηση: Το ερώτημα για το Θεό και οι νέοι. Όψεις ενός υπαρξιακού διαλόγου, ο κ. Ανδρέας Αργυρόπουλος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου ανέπτυξε τις απόψεις του για την θρησκευτικότητα των νέων σήμερα, που αποζητούν ένα διάλογο για το Θεό αποδεχόμενοι τις αξίες της ισότητας και της ελευθερίας. Πρόταξε την ανάγκη ενός ουσιαστικού διαλόγου με τους νέους ανθρώπους. Οι εκπαιδευτικοί τόνισε οφείλουν να έχουν κατανόηση αποδεχόμενοι τις ανησυχίες των νέων και να είναι ειλικρινείς όταν διαλέγονται μαζί τους. Οφείλουμε υπογράμμισε να μιλήσουμε στους νέους για ένα Θεό της Αγάπης, της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης.

 Και οι δύο εισηγήσεις είχαν εξαιρετικό ενδιαφέρον και κέντρισαν την προσοχή των παρευρισκομένων που κατέθεσαν διευκρινιστικές ερωτήσεις αλλά και τοποθετήθηκαν επί της ουσίας. Μέσα από τον εποικοδομητικό διάλογο αναγνωρίστηκε από όλους η ανάγκη για μετασχηματισμό του μαθήματος σύμφωνα με τις επιταγές και τους προβληματισμούς της κοινωνίας μας (νέες μέθοδοι διδασκαλίας και κατάργηση του ενός διδακτικού εγχειριδίου). Στους φόβους για κίνδυνο απομάκρυνσης από της παράδοσή μας, προκρίθηκε η θέση για γόνιμο διάλογο με τη σημερινή πραγματικότητα μέσα στο δικό μας ιστορικό χώρο σύμφωνα με την στοχοθεσία της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που προσβλέπει τη βελτίωση των όρων της προσωπικής και κοινωνικής ζωής.

  Η ενδιαφέρουσα συζήτηση συνεχίστηκε στην κοινή τράπεζα που ακολούθησε  στα γραφικά Γρίδια των Νενήτων, οπού στο εκπεφρασμένο παράπονο για έλλειψη ενημέρωσής και επιμόρφωσης μας, ως θεολόγων εκπαιδευτικών της ακριτικής Χίου, δόθηκε η υπόσχεσή για μελλοντική συνεργασία και διαρκή πλέον υποστήριξη.

Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε να εκφράσουμε στους δυο διακεκριμένους εισηγητές, σ’ εκείνους που μας τίμησαν με την παρουσία τους και στο Γυμνάσιο Καλλιμασιάς και τη Δ/ντρια του κ. Ειρήνη Πουλερέ για τη ζεστή φιλοξενία που μας παρείχε.







Οι φωτογραφίες είναι του συναδέλφου κ.Κων. Βενεκά


Περισσότερα:




Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Δυο βιβλία για την οικονομική κρίση










Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη τ. 121 (2012), σσ. 101-104.


ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
έκδ. Γραφείου & Ιδρύματος Νεότητος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών,
Αθήνα 2011, σσ. 112.

Κωνσταντίνος Μπλάθρας,
TA ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ,
εκδ. Manifesto, Αθήνα 2011, σσ. 207.


Και τα δὐο βιβλία εκδόθηκαν καθώς άρχισε η γιγάντωση της κρίσης στην οποία πλέον αγκομαχάμε. Κρίσης του οικονομικού συστήματος και του πολιτικού στάτους κβο, δοκιμασία για τον πολιτισμό και τα κοινωνιοκεντρικά οράματα, στοίχημα για τον προφητικό λόγο. Αμφότερα το βιβλία αυτά είναι συμμετοχή στο στοίχημα αυτό.

Το πρώτο βιβλίο απαρτίζεται από οκτώ εισηγήσεις που έγιναν για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών το 2010, σε εκδήλωση που είχε διοργανώσει το υπό τη διεύθυνση του π. Αντωνίου Καλλιγέρη Γραφείο Νεότητος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (αυτό ωστόσο  δεν δηλώνεται εξ αρχής, και μόνο από κάποιες αποστροφές των εισηγητών καταλαβαίνει ο αναγνώστης για ποια εκδήλωση επρόκειτο). Στο βιβλίο δεν έχουν συμπεριληφθεί  οι συζητήσεις που ακολούθησαν τις εισηγήσεις, και οι οποίες συζητήσεις, πέραν της κενολογίας που αναπόφευκτα παρεισφρέει σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαν πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές, όπως η γνωστή ενδοχριστιανική διαφωνία αν ο πλούτος εξαγιάζεται με την επικάθηση λιβανιού στις δραστηριότητες των ευσεβών κεφαλαιοκρατών ή αν, αντιθέτως, καθε πλουτισμό τον κλωσσά η αδικία και ο εγωισμός. Εισηγητές ήταν άνθρωποι ποικίλων πεδίων και ιδεολογικών στιγμάτων.

Στο μικρό αυτό βιβλίο αποτυπώνεται μια απόπειρα παρέμβασης με νόημα. Παρεμβάσεις με νόημα ονομάζω εκείνες τις πρωτοβουλίες οι οποίες εισέρχονται στον δημόσιο χώρο θέλοντας και δυνάμενες να διαλεχθούν. Το "θέλοντας" σημαίνει ότι επιθυμούν τη συνάντηση, το "δυνάμενες" σημαίνει ότι έχουν την ικανότητα να βρουν κονό γλωσσάρι με τον άλλον. Αυτό είναι κάτι άλλο από το να μιλάμε νεφελωδώς για "παρουσία" στον δημόσιο χώρο. Παρουσία είναι κι όταν κάποιος εισέρχεται στον δημόσιο χώρο απλώς για να κάνει ηχηρό τον μονόλογό του ή (ακόμα χειρότερα) για να εκμεταλλευτεί τον δημόσιο χώρο κρυφοεπιθυμώντας την κατάργησή του και τον  σκασμό των άλλων που βρίσκονται εκεί. Αντιθέτως, οι παρεμβάσεις με νόημα πρώτα απ' όλα αναγνωρίζουν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου για την ανθρώπινη ζωή, ως φόρουμ όπου ζυμώνεις και ζυμώνεσαι. Πολυτιμότητα την οποίαν αντιμάχεται ο ολοκληρωτισμός (παλαιάς ή εκσυγχρονιστικής κοπής) και ο μεταμοντερνισμός, καθένας από τη δική του σκοπιά. Οι παρεμβάσεις με νόημα προϋποθέτει ισχυρή ταυτότητα, θεωρούν θετικό την αναμέτρηση περί αυτής, και καθιστούν εταίρους όσους συνομολογούν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου και  καταλαβαίνουν ότι με τον απέναντι υπάρχει ένα βασικό κοινό γλωσσάρι και συναντώμενες τροχιές ευαισθησίας. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα, στο οποίο ευλεπιστώ ότι θα αναφερθούμε ενδελεχέστερα προσεχώς.

Aπό τα πολλά χαρακτηριστικά των εισηγήσεων θα ήθελα να υπογραμμίσω τρία, τα οποία αφορούν το εγχείρημα της παρέμβασης με νόημα και, γι' αυτό, και το πνεύμα του δεύτερου βιβίου:

Πρώτον: Ο χριστιανικός χώρος μαστίζεται από έλλειψη νομιμοποίησης πραγμάτων που οφείλουν να είναι αυτονόητα - δηλαδή της κοινωνικής ευαισθησίας και της αλληλεγγύης ως ουσιωδών της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Τα κείμενα του αρχιεπισκόπου και του Ανδρέα Αργυρόπουλου, τα οποία τονίζουν τον σύμφυτο στην εκκλησιαστική παράδοση κοινωνισμό, είναι εντελώς χρειαζούμενα σήμερα, μα υπό νορμάλ συνθήκες θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητα, ώστε, μετά από μια δισέλιδη το πολύ αναφορά, να προχωρούσαμε στην αναμέτρηση με το σήμερα. Αλλά ούτε νορμάλ είναι οι συνθήκες, ούτε τις βελτιώνουν οι διάφορες ελιτίστικες θεολογίες, οι οποίες απαξιώνουν την κοινωνική ευαισθησία και εγκλωβίζουν το εκκλησιαστικό γεγονός σε σακραμεμενταλισμό και εκπνευματισμό.

Δεύτερον (αν και συναφές με το προηγούμενο): Παρ' όλο που η εκδήλωση και το βιβλίο τελούν υπό επισημότατη αιγίδα, δεν αποτελούν γεγονός αντιπροσωπευτικό του εκκλησιαστικού οργανισμού. Κάποιων θεολογικών ρευμάτων, ναι. Ο εκκλησιαστικός οργανισμός όμως κυριαρχείται από έναν συστημικό λόγο, ο οποίος περιορίζει την κοινωνική ευαισθησία στην περιστασιακή φιλανθρωπία και δεν ευνοεί μια ουσιαστική κριτική στις οικονομικές και κοινωνικές δομές. Οι όποιες αναφορές του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου στις δομές γίνονται μάλλον ως παρελκόμενα μιας ομολογιακής διάθεσης, παρά ως αναμέτρηση με τον Μαμωνά καθαυτόν. Είναι χαρακτηριστικό πώς αρκετοί εκκλησιαστικοί άνδρες ασκούν στον καπιταλισμό όση κριτική τους επιτρέπει η χαρά που ένιωσαν ανακαλύπτοντας στον Βέμπερ και στον συσχετισμό Καλβινισμού και καπιταλισμού μια συνηγορία κατά των αιρετικών. Πέραν αυτού του αυτοδοξασμού, όμως, ο εντοπισμός ενός ενδορθόδοξου καλβινισμού παραμένει ένα ζητούμενο. Παρόμοια, στις φαιότερες εκφράσεις του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου δεν κοστίζει κάτι να αγριέψουν το βλέμμα κατά του καπιταλισμού, εφ' όσον όμως πρώτα τον συνδέσουν με τον διεθνή σιωνισμό (αν, βέβαια, στα ευαγγέλια τίθεται θέμα εθνικότητας του Μαμωνά, είναι ψιλά γράμματα για τους φαιότερους!). Ο εκκλησιαστικός οργανισμός, για να σταθεί ευπρόσωπα απέναντι στην αναστάτωση που προκαλεί η κρίση, επικαλείται διάφορα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που μιλούν για την φιλανθρωπία, αποσιωπούν όμως όσα προχωρούν βαθύτερα και κρίνουν τις ίδιες τις δομές (και, για παράδειγμα, αποτρέπουν από συναλλαγές με τους ισχυρούς, αποδοκιμάζουν το πιστωτικό σύστημα, καταδικάζουν την αποστέρηση του εργατικού μισθού  κλπ). 

Μέσα σ' αυτή την αντιφατικότητα, λοιπόν, θα είναι κρίμα αν το βιβλιαράκι νοηθεί ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τον εκκλησιαστικό νεοφιλελευθερισμό και για όσους από τη μια μιλούν για κοινωνισμό και από την άλλη οργανώνουν ιερές μπίζνες. Οι προθέσεις του βιβλίου τεκμαίρονται αριστερές (βλ.χαρακτηριστικά την Εισαγωγή). Και ο τίτλος του μπορεί σήμερα να φαίνεται απλώς νόστιμος ή ανώδυνα περσοναλιστικός, στην πραγματικότητα όμως προϋποθέτει το προ μερικών δεκαετιών αίτημα "Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο". Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 το αίτημα αυτό υπονοεί μια σαφή κατεύθυνση, κοινωνιοκεντρική και όχι ατομοκεντρική, και ταυτόχρονα μια αποστασιοποίηση από αυταρχικές και γραφειοκρατικές στρεβλώσεις του κοινωνιοκεντρισμού. Η ματιά του βιβλίου δεν είναι στραμμένη σε αποσπασματικές χειρονομίες φιλανθρωπίας, αλλά σε καθαυτό το σύστημα. Αυτό έχει εξαιρετική σπουδαιότητα, διότι προτάσσει την έννοια του προσανατολισμού, του οράματος, της ουτοπίας η οποία αφορά το όχι-εδώ, όχι-ακόμη.  Και μόνο αυτή η επιλογή του, αποτελεί σύνταξη με όσους δεν συναινούν στην εννόηση της οικονομίας ως λογιστικής η οποία εκ φύσεως, τάχα, διέπεται από μία και μοναδική λογική και χρειάζεται απλώς διαχείριση κι όχι μια εξ αρχής άλλη λογική. Το πρόσφατο έργο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού, ξεκινά ακριβώς με την επισήμανση αυτού του θηριώδουςς προβλήματος των ημερών μας: "Στα πρώιμα στάδια του καπιταλισμού, πολιτικοί και οικονομολόγοι κάθε λογής και απόχρωσης πάλευαν να κατανοήσουν [τη ροή του κεφαλαίου] και μια κριτική αποτίμηση του πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός άρχισε να αναδύεται. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αποκλίνει από το κυνήγι μιας τέτοιας κριτικής κατανόησης. Αντ' αυτής, οικοδομούμε επιτηδευμένα μαθηματικά μοντέλα, αναλύουμε δεδομένα ακατάπαυστα, 'ψειρίζουμε' λογιστικά φύλλα, ανατέμνουμε τις λεπτομέρειες και θάβουμε κάθε αντίληψη του συστηματικού χαρακτήρα της ροής του κεφαλαίου κάτω από βουνά εργασιών, αναφορών και προβλέψεων" (μτφρ. Πέτρος Χατζοπουλος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σ. 9). Την ίδια επισήμανση βρίσκουμε, με διάφορα λόγια, σε διάφορα σημεία του βιβλίου μας (Καλλιγέρης, σ. 8· Αργυρόπουλος σ. 35· Μητρόπουλος, σ. 46· Κοτζιάς, σ. 96 κ.α.).

Τρίτον: Καθαυτή η ανταπόκριση όσων εισηγητών δεν κινούνται, με συμβατικά κριτήρια, στον εκκλησιαστικό - θεολογικό χώρο (καθηγητές Αλέξης Μητρόπουλος, Σάββας Ρομπόλης, Νίκος Κοτζιάς και βουλευτές Κωστής Χατζηδάκης, Φώτης Κουβέλης), μπορεί να συγκαταλεγεί στα κατά καιρούς φερέλπιδα ραγίσματα του πολιτικού παλαιοημερολογητισμού που θέλει τη θρησκεία άφωνη και ιδιωτική. Πέραν τούτου, ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του βιβλίου ξεχωρίζουν όσοι φαίνεται να έχουν σε επάρκεια τα δύο χαρακτηριστικά, του θέλειν και του δύνασθαι να διαλεχθούν. Και φυσικά μιλώ για τη συγκεκριμένη συμμετοχή τους και όχι για τις όποιες ευρύτερες κομματικές τους επιλογές. Δείτε, για παράδειγμα, τα κείμενα του Μητρόπουλου (που ονοματίζει σημεία σύγκλισης και απόκλισης με τις εκκλησιαστικές οπτικές και κάνει χειροπιαστές προτάσεις σε επίπεδο πράξης), του Κοτζιά (ο οποίος ξεκινά με την νηφαλιότατη κρίση ότι ο διαχωρισμός δεν πρέπει να είναι μεταξύ κοσμικών [προφανώς εννοεί τους μη-θρησκευόμενους] και Εκκλησίας[1], αλλά μεταξύ εκείνων που σκέφτονται κοινωνικά κι εκείνων που προτάσσουν τον εγωκεντρισμό) και του Δημήτρη Μόσχου (ο οποίος κατορθώνει να δείξει ότι η άρθρωση λόγου κοινωνικά υπεύθυνου και σύγχρονου είναι μπορετή δίχως να απεμπολείται το μεταφυσικό περιεχόμενο της πίστης[2]). Λιγότερο χυμώδη, από την άποψη αυτή, είναι κείμενα όπως αυτό του Φώτη Κουβέλη (στο οποίο δεν βρίσκεται ούτε λεκτική αναφορά στην Εκκλησία) και του Κωστή Χατζηδάκη (στην υπέρ της ελεύθερης οικονομίας απολογία του οποίου η αλληλεγγύη μοιάζει μονάχα  παρεπόμενο της ανάπτυξης, κι όχι όρος της. Δεν φαίνεται να 'ναι τυχαίο ότι η παρέμβασή του κλείνει του με το λόγιο "ο καλός Σαμαρείτης δεν θα εμενε στην ιστορία αν δεν είχε χρήματα να δώσει". Αγνοώ ποιος εντόπισε το νεύρο της παραβολής σ' αυτή την παράμετρο, αλλά μου θυμίζει τους παλιούς [μόνο;] ισχυρισμούς ότι ο Χριστός ήταν υπέρ του τοκισμού και του πιστωτικού συστήματος, επειδἠ στις παραβολές του χρησιμοποίησε την εικόνα εντόκων συναλλαγών[3]). Εν τέλει, βασικός άξονας του βιβλίου (τον οποίον κάθε εισήγηση τον προσεγγίζει με τον τρόπο της) είναι το ερώτημα αν ο ηθικός προβληματισμός εμπεριέχεται στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας ή αν, αντιθέτως, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα - αν όχι βαρίδι.

Το δεύτερο βιβλίο, αυτό του Κωνσταντίνου Μπλάθρα. είναι άλλης λογής από το πρώτο, μα όχι άλλου λογισμού. Εννοώ ότι εστιάζει στην επικαιρότητα, μπαίνει δηλαδή σε ναρκοπέδιο, με τα κριτήρια πάντως για τα οποία αγωνιά το πρώτο. Ο Μπλάθρας είναι άνθρωπος που γράφει ανδρεία. Στο βιβλίο έχει συγκεντρώσει σαραντατρία κείμενα, τα περισσότερα εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Χριστιανική"[4] από το 2004 (χρονιά των Ολυμπιακών καμωμάτων στη χώρα μας) μέχρι πρόσφατα, και τα οποία ανατέμνουν πτυχές της αναδυόμενης τότε και θεριεύουσας τώρα κρίσης. Ως βασικό χαρακτηριστικό τους (και σε αντιδιαστολή προς πλήθος άλλων κειμένων που βροχηδόν παράγονται για το ίδιο θέμα) θα όριζα μια ριζοσπαστική κοινωνική ματιά, προσηλωμένη όμως στη δημοκρατία. Και μιλώ για προσήλωση στη δημοκρατία (πάλι με την ελπίδα για ενδελεχέστερη προσέγγιση μιαν άλλη στιγμή) διότι θεωρώ εξαιρετικό κίνδυνο στις μέρες μας κάποιες παρουσίες με λαϊκές ριζοσπαστικές θέσεις μεν, αλλά θέσεις ταυτόχρονα αντιδημοκρατικές, μσαλλόδοξες και ανελεύθερες (πρβλ. το Προλογικό μου στη Σύναξη τ. 120). Ο Μπλάθρας αγαπά την πατρίδα και γι' αυτό δεν την εκπορνεύει στον σωβινισμό. Έχει πρόβλημα και με τη δήωσή της, και με την ταξικότητα της κοινωνίας της και με τον εκφασισμό της πολιτικής ζωής (σσ. 20, 63, 129 κ.α.).

Στα "Πρωτοσέλιδα της Κρίσης" αποτυπώνεται μια σοβαρή πολιτική σκέψη, που παρακολουθεί τα πράγματα και βάζει την πίστη να προβληματιστεί επί του συγκεκριμένου και σημερινού. Και γι' αυτό δίνει πλήθος αφορμών για να κοντοσταθεί κανείς, να πληροφορηθεί, να συγκατανεύσει, να διαφωνήσει και -επί τέλους- να διψάσει για κουβέντα επί των ουσιωδών που συγκαλύπτονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Ενδεικτικά της σοβαρότητάς της είναι ο εντοπισμός λαϊκιστικών χαρακτηριστικών της μεταπολίτευσης ήδη στην περίοδο της προηγηθείσας δικτατορίας (σσ. 7-8), η αναφορά στις νέες, δουλοκτητικές εργασιακές σχέσεις (σ. 13), η ενόχληση από τον διασυρμό του σοσιαλισμού (σ. 100), η αυτοκριτική του Ορθοδόξου χώρου (σ. 30). Το βιβλίο έχει βαρειά ανάσα, την ανάσα της ευθύνης. Και γι' αυτό δεν ανήκει στις διαμαρτυρίες που εγείρονται ευκαιριακά και ιδιωτελώς, απλώς για να κολακέψουν τον άνθρωπο-καταναλωτή, ο οποίος λάτρεψε την κομματοκρατία, μα στο φινάλε έχει ενοχληθεί επειδή δυσλειτούργησε ο αγαπημένος του καπιταλισμός και έφτασε σε αδιέξοδο ο βολικός κατά τα άλλα παρασιτισμός του! Το βιβλίο θέτει ξανά το θέμα του οράματος και, μοιραία, της περιστασιακής φιλανθρωπίας. Η φιλανθρωπία (και δη των ζωντανών ενοριών, ως κοινοτήτων) είναι σπουδαίο πράγμα, διότι αφορά τη πράξη, και η πράξη αλλάζει τον κόσμο με τον τρόπο της ζύμης, τον υπομονετικό μα και δραστικό. Αλλά αυτό αληθεύει εάν πρόκειται για πράξη που κομίζει ένα όραμα και διεμβολίζει με αυτό την θανατίλα της καθημερινότητας. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για χειρονομίες που προσφέρουν νομιμοποίηση στο συστημικό κακό και αποτρέπουν από μια οραματική κριτική του, απολήγει σε οξύμωρο· γίνεται όχημα της θανατίλας. 

Οι χριστιανικές παρεμβάσεις με νόημα, όπως αυτά τα δύο βιβλία, κατορθώνουν να διαλεχθούν με την εποχή τους, δηλαδή πετυχαίνουν να μιλήσουν ένα κοινό γλωσσάρι. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν (και οφείλουν να κουβαλούν) ένα χαρακτηριστικό που πάντα θα τις κάνει να είναι ουκ εκ του κόσμου τούτο. Είναι η επιμονή στην αγάπη και στο ότι καταδικασμένες δεν είναι μόνο οι απερίφραστες στάσεις μισανθρωπίας, αλλά και εκείνη η κοινωνική πρόνοια η οποία δεν εδράζεται στην αγάπη, αλλά βλέπει τους ανθρώπους απρόσωπα - ως κατηγορίες και σύνολα και αριθμούς. Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία εδώ θα μπορούσε να έχει σπουδαία συμβολή. Δείγματος χάριν μνημονεύω εδώ τον τρέχοντα διάλογο μεταξύ των ρωλσιανών (θιασωτών του Τζων Ρωλς και της θεωρίας του περί δίκαιης κοινωνίας) και του μαρξιστή Tζέραλντ Κοέν, πάνω στο ερώτημα αν ο εγωισμός λειτουργεί συχνά θετικά (ιδίως στην περίπτωση των εγωιστών ταλαντούχων, εκ των οποίων πολλοί θεωρούν επιβεβλημένη την προνομιακή αμοιβή) και στο αν για τη διαμόρφωση μιας δίκαιης κοινωνίας είναι απαραίτητο ένα ήθος δικαιοσύνης εκ μέρους όλων των μελών της[5]. Τέτοια θέματα, όπου η ανθρωπολογία, η πράξη, η πολιτική, η ηθική και η οικονομία διασταυρώνονται, βρίσκονται στην καρδιά ενός προβληματισμού, ο οποίος εύχομαι να καρπίσει στη χώρα μας με τη φροντίδα όσων συχαίνονται κάθε λογής φονταμενταλισμούς, θρησκευτικούς και άθεους εξίσου.

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


[1]    Αυτό αποτελεί πλέον βασική θέση του. Βλ. λ.χ. τον πρόλογό του "Θρησκεία - Πολυπολιτισμός", στο: Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο (επιμ. Εμμ. Κλάψης, μτφρ. Αριάδνη Αλαβάνου), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σσ. 9-26.

[2]    Μια παρονυχώδη διόρθωση εδώ: Το ευαγγελικό χωρίο για την ανεστιότητα του Χριστού (Ματθ. 8: 20, Λουκ. 9: 58)  γράφει "κλίνῃ" - όχι "κλίναι", όπως συχνά εκ λάθους γράφεται (ό.π., σ. 105) .

[3]    Βλ. τον αντίλογο του Γεωργίου Δημ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και πλούτος,εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 32009, σσ. 255-253.

[4]    Κάποια (σσ. 155-165) προέρχοντα από τη συμμετοχή του στο προφητικό βιβλίο Μνημόνιο, η υποθήκευση της Ελλάδας (η "Σύμβαση Δανειακής Διυκόλυνσης" και το "Μνημόνιο Συνεργασίας", με εισαγωγή και σχόλια Γεώργιου Κασιμάτη, Κώστα Βεργόπουλου, Κωνσταντίνου Μπλάθρα), εκδ. Χριστιανική, Αθήνα 2010, σσ. 15-30.
[5]    Τζέραλντ Άλαν Κοέν, Γιατί όχι σοσιαλισμός; (εισαγ. - μτφρ. Νικόλας Βρούσαλης), εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2010. 

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Ανδρέας Αργυρόπουλος: Τα θρησκευτικά, η βίβλος και αυτά που ξέχασε ή θέλει να ξεχνάει ο κ. Βερέμης





(Πρωτοδημοσιεύθηκε  στα ΑΙΟΛΙΚΑ ΝΕΑ στις 11 Νοεμβρίου 2008)

Τα όσα συνέβησαν και όσα συζητήθηκαν (στον Τύπο, στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο, στις όποιες συγκεντρώσεις έγιναν) γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών το τελευταίο διάστημα, με αφορμή τους άστοχους αλλά και επικίνδυνους πειραματισμούς του Υπουργείου Παιδείας κατακαλόκαιρο, έφεραν στην επιφάνεια καταστάσεις που προβλημάτισαν αλλά ταυτόχρονα άνοιξαν δρόμους για διάλογο καλοπροαίρετο και δημιουργικό. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις ακούστηκαν και διαβάστηκαν απόψεις "ανθρώπων του πνεύματος", που μας έκαναν να απορήσουμε. Και η απορία γίνεται μεγαλύτερη όταν οι απόψεις αυτές προέρχονται από ανθρώπους που εκπροσωπούν θεσμούς.

Ο Πρόεδρος του ΕΣΥΠ

Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε για παράδειγμα ότι ο Πρόεδρος του ΕΣΥΠ (Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας) κ. Βερέμης τοποθετείται ουσιαστικά υπέρ της κατάργησης του μαθήματος των θρησκευτικών, αγνοώντας το περιεχόμενό του στις μέρες μας (βιβλία, αναλυτικά προγράμματα κ.λπ.). Είναι δυνατόν, Πρόεδρος του ΕΣΥΠ, να καταδικάζει ένα μάθημα «ανακαλώντας την αντίδρασή του ως μαθητή ακόμη» (Καθημερινή 10/8/2008).
Περιμέναμε από κάποιον που εκπροσωπεί έναν κορυφαίο θεσμό διαφορετική αντιμετώπιση των πραγμάτων και μεγαλύτερη υπευθυνότητα. Ο κ. Βερέμης όμως δεν έμεινε μόνο εκεί. Στην ίδια συνέντευξη αναρωτήθηκε: «Τι σχέση έχει η Παλαιά Διαθήκη με την εκπαίδευση; Η μισή Αμερική διαβάζει τη Βίβλο και βλέπουμε τι γίνεται. Έτσι δεν γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι».
Εκτιμάμε πως δεν χρειάζεται να έχει κάνει ιδιαίτερες σπουδές κάποιος για να διακρίνει ότι άλλο "τι διαβάζω" και άλλο το "πώς το διαβάζω", ούτε χρειάζεται ιδιαίτερη ευφυΐα για να κάνει κανείς τη διάκριση θρησκειών, ιδεολογιών, φιλοσοφιών και των εκπροσώπων τους μέσα στην ιστορία.

Τι ξεχνά ο κ. Πρόεδρος

Αν και καλός γνώστης της ιστορίας της Αμερικής, ξεχάσατε κ. πρόεδρε την "άλλη" Αμερική. Αυτή που "διαβάζει" διαφορετικά τη Βίβλο, την Αμερική του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, του Χένλνερ Καμάρα, αυτή της Λατινικής Αμερικής, όπου χιλιάδες κληρικοί και λαϊκοί, μοναχοί και μοναχές, δεκαετίες τώρα μάχονται μαζί με το λαό ενάντια στα δικτατορικά και απολυταρχικά καθεστώτα, ανατρέποντάς τα το ένα μετά το άλλο (Αϊτή, Νικαράγουα, Βενεζουέλα, Βολιβία, Παραγουάη κ.λπ.). Ξεχάσατε κ. Πρόεδρε το δολοφονημένο από τους ακροδεξιούς την ώρα της Θείας Λειτουργίας Αρχιεπίσκοπο του Σαλβαντόρ Όσκαρ Ρομέρο, τη βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης Χριστιανή επαναστάτρια Ριγκομπέρτα Μεντού από τη Γουατεμάλα, τους τρεις επισκόπους - μέλη της επαναστατικής κυβέρνησης της Νικαράγουα; Ξεχάσατε κ. Πρόεδρε ότι ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος της Παραγουάης, ηγέτης του επαναστατικού προοδευτικού κινήματος της χώρας, δεν είναι παρά "ο επίσκοπος των φτωχών", όπως ξεχάσατε μάλλον ότι και στην Αϊτή το δικτατορικό καθεστώς ανετράπη χάρη σε έναν ιερέα, τον π. Αριστίντ;

Η προσφορά της Βίβλου

Φοβάμαι ότι θέλετε να ξεχνάτε κ. Πρόεδρε. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι καν πιστός, για να κατανοήσει την προσφορά της Βίβλου στον παγκόσμιο πολιτισμό. Γι
 αυτό είπα ότι φοβάμαι... Δεν μπορώ να πιστέψω πως αγνοείτε τη σχέση πολλών πρωταγωνιστών της ιστορίας της επιστήμης και του πολιτισμού με την Αγία Γραφή. Πρόχειρα μούρχονται στο νου «Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Μ. Άγγελος, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Ντύρερ, Ρέμπραντ, Ντα Βίντσι, Πασκάλ, Νεύτωνας, Αμπέρ, Καρτέσιος, Έλιοτ, Κλωντέλ, Παστέρ, Πασκάλ, Κοπέρνικος, Μέντελ, Μπετόβεν, Μπαχ, Χαΐντελ, Μότσαρτ, Λιστ»...
Προβληματίστηκα πολύ αν θα έπρεπε να γράψω αυτό το κείμενο κ. Πρόεδρε. Όπως και σεις "αναπόλησα" τα μαθητικά μου χρόνια.
Οι δηλώσεις σας μου 'φεραν στο νου την επιχειρηματολογία της εποχής εκείνης, τις κουβέντες με "αθεΐζοντες" συμμαθητές μου και αυτό κάπου με λύπησε. Είχα πιστέψει πως η κοινωνία είχε προχωρήσει και πως θα είχαμε να διαπραγματευτούμε πάνω σε άλλα ζητήματα. Δυστυχώς, όμως, γυρνάμε πίσω κι αυτό είναι πολύ λυπηρό για τον επιστημονικό κόσμο κ. Πρόεδρε.

π.Λίβυος :«Η Θεολογία της Απελευθέρωσης, στο μάθημα των θρησκευτικών»Βιβλιοπαρουσίαση


7/06/2011


"Η προέρχεται απο αυτόν που αφαιρεί την μπουκιά απο το στόμα του φτωχού και οχι απο αυτόν που αμύνεται να συντηρηθεί στην ζωή. " Καμίλος Τόρρες

Εχθές είχα μια ευχάριστη έκπληξη. Έλαβα ταχυδρομικώς ένα δεματάκι γεμάτο από πανέμορφα και ουσιώδη βιβλία. Είναι του καλού φίλου και εξαίρετου Θεολόγου Ανδρέα Αργυρόπουλου. Με τον Ανδρέα γνωριζόμαστε από πολύ παλιά όταν ακόμη συμμετείχε στην Ορθόδοξη Χριστιανοσοσιαλιστική ομάδα «ΕΞΟΔΟΣ» η οποία εκτός από την σημαντική της κοινωνική δράση, έκδιδε τότε ένα από τα σημαντικότερα Θεολογικά περιοδικά με τον ομώνυμο τίτλο «Έξοδος». Κάποια στιγμή τα μέλη του κινήματος προχώρησαν και στην δημιουργία ενός βιβλιοπωλείου πάλι με το ίδιο όνομα. Σήμερα μετά από αρκετά χρόνια δεν υπάρχει κάτι από όλες αυτές τις τόσες σημαντικές κοινωνικές χριστιανικές παρεμβάσεις. Υπάρχουν όμως τα πρόσωπα που τότε διαμόρφωσαν τους κοινωνικούς- πολιτικούς χώρους και σήμερα συνεχίζουν ο καθένας από το δικό του μετερίζι να δίδει την χριστιανική μαρτυρία.
Ας έρθουμε όμως και πάλι στο δεματάκι με τα βιβλία. Το όποιο περιείχε μέσα τους εξής τίτλους:
1.Θεολογία & Οικολογία
2.Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών
3.Νεοι και Εκκλησία σήμερα, μια κουβέντα στο Χαλάνδρι
4.Εκκλησία και Νεολαία, πέντε κείμενα προβληματισμού
5.Θρησκειολογική Βιβλιογραφία
6.Η Θεολογία της Απελευθέρωσης, στο μάθημα των θρησκευτικών
Αυτά είναι τα βιβλία του φίλου Ανδρέα Αργυρόπουλου. Κάποια από αυτά τα είχα ήδη. Με είχαν κλικάρει στα βιβλιοπωλεία και τα είχα προμηθευτεί προς ανάγνωση. Εκείνο όμως που πραγματικά με κέρδισε, τόσο διότι ακουμπάει ιδιαίτερες ευαίσθητες προσωπικές πτυχές της ύπαρξης μου, αλλά και διότι είναι μοναδικό στην σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία, είναι «Η Θεολογία της Απελευθέρωσης, στο μάθημα των θρησκευτικών». Επίκαιρο όσο ποτέ προς την σημερινή κοινωνική και πολιτική κατάσταση της χώρας μας.

Το βιβλίο χωρίζεται θα λέγαμε σε δυο θεματικές ενότητες. Η πρώτη εκτός τον σημαντικό πρόλογο, δίνει σημαντικές πληροφορίες για το κίνημα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Που πρωτοεμφανίστηκε, ποιες κοινωνικές ανάγκες το γέννησαν, και πιο ρόλο έπαιξε στις κοινωνίες που οργανώθηκε. Επίσης αναφέρεται στην παρουσία και στις αναφορές αυτού του σημαντικού Θεολογικού κινήματος, στο μάθημα των θρησκευτικών στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στην δεύτερη θεματική του ενότητα παρουσιάζει ένα σημαντικό ανθολόγιο από κείμενα και λόγους των σημαντικότερων εκφραστών του κινήματος. Επισκόπων, κληρικών, θεολόγων, λαϊκών, που με τον ένα ή άλλο τρόπο εξέφρασαν μέσα από προσωπικούς και συλλογικούς αγώνες, πολλές φορές με τίμημα την ίδια τους την ζωή, το κίνημα της Απελευθέρωσης.

Εγώ προσωπικά θα σας πρότεινα να προμηθευτείτε και να διαβάσετε τον εν λογω βιβλίο-καθώς και τα υπόλοιπα του Ανδρέα Αργυρόπουλου- διότι ιδιαίτερα στις δύσκολες μέρες που ζούμε, θα φανεί χρήσιμο να εμπλουτίσετε το προσωπικό σας τοπίο με απόψεις και ιδέες ανθρώπων που έζησαν και αγωνίστηκαν κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες εθνικά και σκληρές πολιτικά και κοινωνικά καταστάσεις. Όμως κατάφεραν να μην απολέσουν την χριστιανική και ανθρώπινη οντότητα τους.

Σας παραθέτω και μια καταπληχτική βιβλιοκρισία του καλού ΘεολόγουςΓιώργου Καπετανάκη για το βιβλίο που αναρτάται στο μπλοκ τουhttp://e-lithi.blogspot.com/2011/06/2011-h-manifesto.html
Τέλος για όσους θέλουν να παρακολουθούν και να διαβάζουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του Ανδρέα Αργυρόπουλου μπορούν να επισκέπτονται το προσωπικό του μπλοκ http://e-theologia.blogspot.com/α

ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ : ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ




του Στρατή Αγγελόγλου Θεολόγου- Φιλόλογου




ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Με επιμέλεια Αθανασίου Καλαμάτα & Γιώργου Παπαδόπουλου
Εκδ. ΑΡΜΟΣ, Αθήνα 2009, σ. 58



Θρησκειολογία είναι η επιστήμη που ασχολείται με την καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου στον κόσμο μας και η ενασχόληση με τα θρησκεύματα και τις θρησκευτικές ιδέες προάγει το σημερινό άνθρωπο και τον εξασκεί στην αλληλοπεριχώρηση και αποδοχή του άλλου.
Ο μεγάλος θρησκειολόγος του 20ου αιώνα MEliade  σημειώνει ότι η ύπαρξη τόσων θρησκευτικών στοιχείων και φαινομένων δεν είναι αποτέλεσμα εξέλιξης αλλά σταθερό στοιχείο της ανθρώπινης συνείδησης , πράγμα που σημαίνει ότι η θρησκειολογική επιστήμη καταργεί την αξιολογική κατάταξη των θρησκευμάτων και τα εξετάζει όλα παράλληλα το ένα με το άλλο.  Η αμυντική όμως στάση πολλών χριστιανών , έναντι «της αντικειμενικής σπουδής  άλλων πολιτισμών και θρησκευτικών ιδεών» είναι γνωστή από παλιά, όπως και ο φόβος για υπονόμευση της ορθόδοξης συνείδησης.
Αντίθετα ,  πιστεύει ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος , μας κάνει νηφάλιους και ανοικτούς στην κατανόηση του άλλου ενώ στηρίζει την πίστη μας και τη διευρύνει. Ειδικά στην εποχή μας, αναφέρει το εισαγωγικό σημείωμα της νέας αυτής Βιβλιογραφίας, καθώς μεταβάλλεται σταδιακά σε πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική, είναι αναγκαία η ενημέρωση για τη θρησκευτική ταυτότητα του άλλου για τη σωστή επικοινωνία και ένταξη στην κοινωνία μας.
Ο συγγραφέας της βιβλιογραφίας είναι σχολικός σύμβουλος και  πρωτίστως ενδιαφέρεται να ετοιμάσει σωστά τους εκπαιδευτικούς στην κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών τους με τη σπουδή τους στον Χριστιανισμό και τη σωστή ενημέρωσή τους για τα άλλα θρησκεύματα του κόσμου μας.
Η σπουδή των άλλων θρησκευμάτων σημαίνει σεβασμό και ικανότητα συνύπαρξης με τη θρησκευτική  ετερότητα του άλλου, έμπρακτη αλληλεγγύη ευαισθητοποίηση και ώριμη τοποθέτηση των μαθητών απέναντι στο σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα, με όπλα  τον υπερφυλετικό  υπερεθνικό και οικουμενικό χαρακτήρα του χριστιανικού μηνύματος.
Το υλικό του βιβλίου ,η πληθώρα των πηγών  που προτείνονται , είναι κατανεμημένο σύμφωνα με τα γενικά και ειδικά γνωστικά αντικείμενα του μαθήματος θρησκευτικών της Β’ Λυκείου,  για να χρησιμοποιηθεί ευκολότερα από τον θεολόγο του σχολείου. Επίσης έχουν προστεθεί έργα ,που δεν έχουν καθαρά θρησκειολογικό περιεχόμενο, σε μια προσπάθεια να κατανοηθούν σημερινά πολιτικοκοινωνικά παγκόσμια προβλήματα από τη σχολική τάξη.
 Και η Θρησκειολογική βιβλιογραφική πρόταση του κ. Α. Αργυρόπουλου θα μπορούσε κάλλιστα να επισφραγιστεί με τη φράση του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, ότι το όραμα μιας οικουμένης με ειρήνη αλληλεγγύη και αγάπη παραμένει χρέος μας. 


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ  το Φλεβάρη του 2010.