Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ I. ΚΑΛΑΜΑΤΑ:για το Θεολογία και Οικολογία του Ανδρέα Αργυρόπουλου



Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Αλέξανδρος Σταθακιός :Σκέψεις με αφορμή «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών »,




 Τρίτη, 25 Iανουαρίου 2011



Δημοκρατική Εφημερίδα Σάμου-Ικαρίας-Φούρνων

 

 





Πριν λίγες μέρες η Εκκλησία και η Εκπαίδευση γιόρτασαν για μία ακόμα φορά την γιορτή των «Τριών Ιεραρχών» (Βασίλειος Καισαρείας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος).
Είναι μια γιορτή που σημαίνει διαφορετικά πράγματα για ορισμένες ομάδες ανθρώπων: Για τους μαθητές σημαίνει χάσιμο μαθημάτων. Για πολλούς καθηγητές θρησκευτικών, αν δεν είναι μπελάς, είναι η μια και μοναδική μέρα που είναι δική τους στο σημερινό σχολείο...Και αν δεν έχουν χρόνο για μελέτη συνήθως οδηγούνται στην αντιγραφή «πανηγυρικών» από το παρελθόν. Οι περισσότεροι βέβαια απ' αυτούς γράφτηκαν σε μετεμφυλιακές εποχές, όταν η εκκλησία και πολύ περισσότερο η «χριστιανική» ιδεολογία των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων χρησιμοποιήθηκαν ως αντίβαρο στην αυξημένη πίεση του λαού και ιδιαίτερα της νέας γενιάς (βλέπε 114) για βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές . Είναι μια σχολική γιορτή επίσης, που «ακουμπά» παραπάνω επίπεδα από τους δυο ταλαίπωρους της Δημόσιας Εκπαίδευσης: Για πολλούς υπέρμαχους του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους σημαίνει ευκαιρία πολεμικής «απέναντι σε ένα σχολείο που είναι κολλημένο στο παρελθόν», ενώ για τους απέναντι σε αυτή την άχαρη διελκυστίνδα είναι σημείο υπεροχής του γηγενούς πολιτισμού που για αυτούς «έχει μπει στο στόχαστρο σκοτεινών κέντρων του εξωτερικού».Οι καταστάσεις αυτές είναι σίγουρο ότι θα απογοήτευαν τους ίδιους τους τρεις Πατέρες της Εκκλησίας. (Ας το σημειώσουμε: και μόνο η μετατόπιση από τον γεμάτο συναισθηματική αξία και σχεσιακή δυναμική τίτλο του «Πατέρα» στον εξωτερικό τίτλο του «Ιεράρχη», ενδεχομένως κατά το «Στρατάρχης», έχει το νόημά της....).Έτσι, στον Βασίλειο θα έδιναν ευκαιρία για λεπτή ειρωνεία και στοχαστική παρατήρηση των κοινωνικών ηθών. Στον ευαίσθητο ποιητή Γρηγόριο τον Θεολόγο, θα έδιναν την ευκαιρία να θεολογήσει «αποφατικώς»: Να επισημάνει δηλαδή το πόσο απέχει η περιγραφή της σχέσης από την ίδια τη σχέση.. ( Και πολύ περισσότερο όταν αφορά τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό.) Στο δε Χρυσόστομο, θα έδιναν την ευκαιρία για «πύρινους» λόγους ενάντια στην υποκρισία πολιτικών και εκκλησιαστικών ηγεσιών.
Είναι αλήθεια, ότι η εορτή η ίδια επιβλήθηκε από τα πάνω στο εκκλησιαστικό σώμα ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών στο ύστερο Βυζάντιο (βλέπε: Τσαούσης Δ. , «Πολιτικές διαστάσεις της εορτής των Τριών Ιεραρχών», περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ 67/1982).Την ίδια επιλογή έκαναν και νεοέλληνες πολιτικοί ηγέτες κατά την ανάδυση του νεοπαγούς Ελληνικού Βασιλείου, αν και αυτοί βρήκαν καθιερωμένη τη γιορτή εντός του εκκλησιαστικού σώματος. Την είδαν πάλι σαν μια ευκαιρία, ξεκινώντας από τη νέα γενιά, για να προβάλλουν τον λεγόμενο «Ελληνοχριστιανισμό» και έτσι καθιερώθηκε σαν σχολική εορτή.
Όλοι σχεδόν οι πανηγυρικοί που έχω ακούσει ως μαθητής εστιάζουν μονόπλευρα στο ότι η παρουσία αυτών των τριών προσωπικοτήτων διευκόλυνε τον διάλογο ανάμεσα στον Έλληνα Λόγο και το Χριστιανικό Ευαγγέλιο. Μα αυτό δεν το έκαναν γιατί ήθελαν να δημιουργήσουν ένα νέο έθνος ή κάποια κρατική ιδεολογία (όπως ήταν ο «Ελληνοχριστιανισμός), αλλά γιατί ήθελαν να βοηθήσουν τους συγχρόνους τους να ζήσουν δημιουργικά στην εποχή τους. Επιπλέον, αυτή η ανιαρή μονομανία τους αδικεί ως προσωπικότητες.
Πόσοι, ας πούμε, αναφέρονται σε έναν λόγο που εκφωνείται ενώπιον μαθητών και δασκάλων στο πως ο Βασίλειος προσεγγίζει την δημιουργία Κόσμου και Ανθρώπου στην «Ομιλίαν» του «εις την Εξαήμερον» και αλλού; Πόσοι λένε ότι αν είχαν κατανοηθεί ουσιαστικά οι απόψεις του, δεν θα είχε γραφτεί από Χριστιανικής πλευράς ούτε ένα "ιώτα" εναντίον του Δαρβίνου και της θεωρίας "της Εξέλιξης των Ειδών", αφού όλο το Σύμπαν για τον Βασίλειο προέρχεται από έναν "σπόρο". Τα άστρα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι, είμαστε βλαστοί που φύτρωσαν από τον ίδιο Αρχικό Σπόρο. Ο άνθρωπος δηλαδή προήλθε ως δυνατότητα της ίδιας της φύσης, την οποία, όσοι πιστεύουν, μπορούν να δεχτούν ότι την προίκισε ο Θεός με αυτή την δυνατότητα.
Οι τρεις κληρικοί βέβαια ζούσαν έντονα την εποχή τους, άρα και τους περιορισμούς της. Επίσης δεν έγραφαν συνήθως επιστημονικά συγγράμματα, αλλά ομιλίες, οι οποίες τις περισσότερες φορές είχαν ως αφορμή ένα γεγονός, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσουν άμεσα και πρακτικά ως υπεύθυνοι μιας κοινότητας, της Εκκλησιαστικής. Έτσι ουδόλως δεν χάνουν ως προσωπικότητες, αν παραδεχτούμε ότι σε κάποιες διατυπωμένες απόψεις τους, κοινωνικές, παιδαγωγικές, ψυχολογικές κάνουν λάθος, ή και δεν φαίνονται να μας βοηθούν σήμερα. Για παράδειγμα, ορισμένες προτάσεις του Ιωάννη του Χρυσόστομου για την ερωτική σχέση ανδρών και γυναικών, ενδέχεται να δημιουργήσουν μεγαλύτερο πρόβλημα στους σημερινούς νέους, από αυτό που θα προσπαθούσαμε να επιλύσουμε με την χρήση τους. Άσε, που ο Ιωάννης σε άλλους λόγους μιλώντας με άλλη αφορμή και άλλο στόχο, μπορεί να μην τα έλεγε έτσι ακριβώς. Και αυτή μας η συμπεριφορά δεν θα είναι μακριά από όσα και οι ίδιοι ουσιαστικά πίστευαν. Ο Βασίλειος, για παράδειγμα, τελειώνοντας τους Κανόνες του γράφει περίπου ότι όλους αυτούς τους έθεσε για την «σωτηρία των ανθρώπων», δηλαδή, αποκωδικοποιώντας την εκκλησιαστική γλώσσα, για την ειρήνευση των ανθρώπων με τον εαυτό τους, τους άλλους και τον Θεό. Και προτρέπει τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς, αν διαπιστώσουν ότι ακόμα και οι δικοί του κανόνες σε κάποια περίπτωση δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, τότε να μην τους εφαρμόσουν!
Μετά από όλες αυτές τις εξηγήσεις, νομίζω ότι μπορεί να αναδειχθεί η σημασία του βιβλίου που θέλω να σας παρουσιάσω: «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας», του Ανδρέα Αργυρόπουλου Σχολικού Συμβούλου θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Ο κ. Αργυρόπουλος, εν προκειμένω, μας εισάγει στον Κοινωνικό Ριζοσπαστισμό και των τριών που είναι μάλλον το κύριο συνδετικό στοιχείο τους, εκτός βέβαια από την ιδιότητά τους ως εκκλησιαστικών ηγετών.
Το βιβλίο ξεκινά με ένα κεφάλαιο όπου γίνεται αναφορά στην προσωπικότητα και των 3 και επισημαίνεται ότι πρόκειται για ολοκληρωμένες προσωπικότητες που δεν διακρίθηκαν μόνο στον εκκλησιαστικό τομέα, αλλά σε πολλούς. Γίνεται ιδιαίτερη επίσης αναφορά στις μεταφράσεις των έργων τους και στην σημασία που δόθηκε σε αυτά ανά τους αιώνες σε όλο τον κόσμο.
Για τον αγώνα και των τριών για Κοινωνική Δικαιοσύνη έχουν μιλήσει και γράψει πολλοί, αλλά λίγες φορές σε ένα μεστό και εκλαϊκευτικό κείμενο, παρουσιάζεται αυτός τόσο καθαρά σε σχέση με προβλήματα που υπάρχουν και σήμερα και τα ζούμε δίπλα μας.
Αναφερόμενος στον Χρυσόστομο σημειώνει: «Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ' την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.» Αυτή σημείωση έχει μεγάλη σημασία για τους μαθητές του -κατοίκους των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου- και τους γονείς τους. Είναι νησιά που δέχονται τους κοινωνικούς λεπρούς, τους λεγόμενους «λαθρομετανάστες», την ζωή των οποίων και σήμερα οι περισσότεροι συνεχίζουμε να μετράμε με βάση το αν κάνει ζημιά στο τουριστικό μας προϊόν. Και συνεχίζει «Οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο.» Αλήθεια εμείς δεν είμαστε που αντιδράμε στην επέκταση των Κέντρων Φιλοξενίας Προσφύγων, εμείς δεν είμαστε, ακόμα και κληρικοί, που αισθανόμαστε άσχημα από την παρουσία των μελαψών στο κέντρο των πόλεων;
Η διοικούσα Εκκλησία, συχνά πιστεύει ότι έχει λόγο για θέματα παιδείας, οικογενειακού δικαίου κ.λ.π. και παρεμβαίνει, αλλά για την υπεράσπιση εργασιακών δικαιωμάτων σπάνια έχει παρέμβει δημόσια. Ο Βασίλειος ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Αργυρόπουλος , « με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.»Στην συνέχεια καταδεικνύει ότι η δράση του Βασιλείου και του Χρυσόστομου, δεν ήταν περιφερειακό γεγονός, δεν ήταν «φιλανθρωπία», του στυλ που έχουμε γνωρίσει από σημερινούς κεφαλαιούχους, αλλά οργανωμένη κοινωνική παρέμβαση: «Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.»Και δεν θα μπορούσε να κάτι άλλο από κοινωνική παρέμβαση, γιατί όλη η πρακτική τους έχει θεωρητικό υπόβαθρο. Το καταδεικνύει ο συγγραφέας: «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο (...) Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς όμως, σαν Χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού».
Το επόμενο κεφάλαιο αναφέρεται και στην εκπαιδευτική οπτική και των τριών, η οποία σύμφωνα με τον συγγραφέα στοχεύει στην απελευθέρωση του ανθρώπου από όλα τα δεσμά και στην ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος, ακόμα και αν αυτό αμφισβητήσει την ίδια την Εκκλησία. Αντίθετα βέβαια με ότι πιστεύουν πολλοί: Ότι η λεγόμενη «χριστιανική παιδεία» στοχεύει στην δημιουργία ακολούθων της Εκκλησίας, που την ακολουθούν γιατί δεν μπορούν να την αμφισβητήσουν.
Η θέση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, είναι θέση και άλλων «Πατέρων» της εποχής: Η θρησκευτική πίστη , λένε, έχει τρεις μορφές: Αυτή «του δούλου» που πιστεύει επειδή φοβάται, «του μισθωτού», που πιστεύει επειδή περιμένει προσωπικά ανταλλάγματα και «του ελεύθερου» που πιστεύει επειδή αγαπά, όχι μόνο τον Θεό, αλλά και την Οικουμένη ολόκληρη και η πίστη του δίνει νόημα στη σχέση που κάνει μαζί της. Η ένταξη του ανθρώπου στην εκκλησιαστική κοινότητα και η παιδεία εντός της, κύριο στόχο έχει να βοηθήσει το μέλος της να περάσει από τις 2 πρώτες μορφές στην τελευταία.
Το βιβλίο κλείνει με την θέμα «Οι Τρεις Ιεράρχες για τον πόλεμο και την ειρήνη» «Οι Τρεις Ιεράρχες δεν κάνουν “ειρηνολογία”, δεν ζητούν από τους πιστούς απλά να επιδιώξουν μια ειρήνευση εξωτερική, τυπική, ο στόχος τους δεν είναι η “ειρηνική συνύπαρξη” χωρίς περιεχόμενο O κ. Αργυρόπουλος καταδεικνύει ότι σύμφωνα και με τους τρεις πατέρες αιτία των πολέμων και όλων των συγκρούσεων είναι η επιδίωξη συσσώρευσης πλούτου και δύναμης από άτομα ή έθνη σε βάρος των άλλων ανθρώπων. Σημειώνει δε το ρητορικό ερώτημα του Βασιλείου: «Μέχρι πότε θα υπάρχει πλούτος, που είναι η αφορμή του πολέμου;». Γι’ αυτό και η επιδίωξη της Ειρήνης δεν είναι δυνατό να γίνει σε βάρος της Δικαιοσύνης και την Ελευθερίας. «Ο Χριστιανός οφείλει να συγκρούεται με τους τυράννους» επισημαίνει ο Γρηγόριος. Και ο Χρυσόστομος προσθέτει «Προσέξτε λοιπόν ότι όλοι οι άνθρωποι δεν μαλώνουν για τα κοινά πράγματα, αλλά αντίθετα ζουν ειρηνικά. Όταν όμως κάποιος επιχειρήσει ν’ αρπάξει κάτι και να το κάνει δικό του, αρχίζει ο τσακωμός, σαν και η ίδια η φύση ν’ αγανακτεί..»
Οι αγώνας βέβαια για την Ειρήνη του Κόσμου, προϋποθέτει την εσωτερική ειρήνη του ειρηνοποιού, σημειώνει ο συγγραφέας, συμπυκνώνοντας την σκέψη των τριών πατέρων.
Συνεπώς, μετά από όλα αυτά, θεωρώ ότι αν μπορούσε να δοθεί ένας υπότιτλος σε αυτό το βιβλίο θα ήταν το ρητό του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού που περιέχεται μέσα σε αυτό: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».
Και μετά από όλα αυτά τι γίνεται με τη γιορτή; Να καταργηθεί; Μα στην πραγματικότητα έχει ήδη καταργηθεί ως εορτή που να επιβάλλει από τα πάνω την Ελληνικότητα και τον Χριστιανισμό! Ωστόσο, η ύπαρξη κάποιων τριών «παλαβών» από αγάπη για τον άνθρωπο, ακόμα και με τα μέτρα τα σημερινά, μας κάνει θυμόμαστε πόσο μακρινή είναι η ιστορία του ανθρωπισμού. Αν το καταλάβουν αυτό οι καθηγητές θρησκευτικών και οι υπεύθυνοι της Παιδείας, ίσως οι τρεις και άλλοι Χριστιανοί βρουν τη θέση τους ανάμεσα στους αγωνιστές υπέρ της απελευθέρωσης του ανθρώπου.


Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Γ.Δ.Καπετανάκης:Για τη "Θεολογία της απελευθέρωσης στο μάθημα των θρησκευτικών"



Ανδρέας Αργυρόπουλος (2011) H Θεολογία της απελευθέρωσης στο μάθημα των θρησκευτικών, Αθήνα: manifesto

Κριτική παρουσίαση: Γ.Δ.Καπετανάκης, Θεολόγος.



 

O A.A. εξέδωσε το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο του, σε συνεργασία με το γνωστό στους θεολογικούς κύκλους περιοδικό για τον πολιτισμό και την πολιτική manifesto. Είναι η προσπάθειά του να ενδυναμώσει τους σύγχρονους θεολόγους της δημόσιας εκπαίδευσης στην πορεία του εκσυγχρονισμού του μαθήματος και της  εκλαΐκευσης των θεολογικών εννοιών του κοινοτισμού και της συμμετοχικότητας στο χριστιανισμό, όπως αυτά προτάθηκαν από το κίνημα του 20ου αιώνα που ονομάστηκε Θεολογία της Απελευθέρωσης.

Η  Θεολογία της Απελευθέρωσης αποτέλεσε το εργαλείο αυτό προσδιορισμού των λαών της Λατινικής Αμερική στον αγώνα τους για αποδέσμευση τόσο από τα κράτη αποικιοκράτες όσο κι από την κεντρική εξουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, σε μια περίοδο γύρω από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο εστιάζοντας κυρίως στην  έννοια της κοινότητας. Μία έννοια που θα μπορούσε να είναι εν ισχύ στις μέρες μας· που σημαίνει ότι θα έπρεπε να είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμβατή με την ατομικότητα, τη μεγάλη κλίμακα και το σύνθετο χαρακτήρα των συγχρόνων κοινωνιών, προσδίδοντάς τους ασφαλώς διαφορετικό χαρακτήρα.

Πιστεύουμε ότι η έννοια της κοινότητας θα είχε και σήμερα αξία, όπως την προσέγγισε στο βιβλίο Κοινότητα και Κοινωνία  ο Γερμανός κοινωνιολόγος Φ. Τένις, (1856-1936·) έργο θεμελιωτικό για τον σύγχρονο κοινοτισμό, αφού σ' αυτό αντιδιαστέλλονται για πρώτη φορά η «κοινότητα» προς την «κοινωνία» με τον ιδιαίτερο τρόπο της κοινοτιστικής σκέψης. Μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν τους δύο αυτούς όρους ως συνώνυμους, ή για να δηλώσουν απλές διαφορές μεγέθους, βαθμού συνοχής κ.ά.

Σε αντίθεση προς τις «ολιστικές» θεωρίες (Marcel  Mauss, Louis Dumont κ.ά.) ο Tönnies δεν βλέπει την κοινότητα σαν συλλογική οντότητα, σαν συλλογικό υποκείμενο αλλά θέτει στη βάση του θεωρητικού του οικοδομήματος τους ανθρώπους όπως αυτοί κατανοούνται στο πλαίσιο της νεωτερικής συνθήκης, ως ατομικές κατ’ αρχήν υπάρξεις. Αυτά τα άτομα, υποστηρίζει ο Tönnies, αυτοπροσδιορίζονται ανάλογα με το εσωτερικό κίνητρο, τον τύπο της θελήσεως που τα οδηγεί κατά περίπτωση να συγκροτούν δεσμούς με άλλους ανθρώπους. Έτσι «κοινότητα» και «κοινωνία» είναι στον Tönnies δυο διαφορετικοί τύποι κοινωνικότητας, δυο ιδεότυποι κοινωνικού δεσμού.
Ως «κοινότητα» καταδεικνύει κάθε δεσμό που πηγάζει από τη φυσική θέληση των ανθρώπων να είναι μαζί εξ αιτίας κάποιου πηγαίου συνδέσμου, ζωτικού για την ύπαρξή τους και ως «κοινωνία»  κάθε δεσμό που βασίζεται στη λογική θέληση για συνεργασία προς επίτευξη ενός κοινού στόχου που προκύπτει από υπολογισμό. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για σχέσεις ειρηνικής συνύπαρξης και αμοιβαίας αλληλεγγύης. Από τη διαπλοκή και τη σύμμειξη των δύο αυτών  ιδεοτύπων προκύπτουν όλες οι πραγματικές σχέσεις και δομές κοινωνικής συνύπαρξης και αλληλεγγύης που συναντάμε στην ιστορία και στην καθημερινή ζωή. Ακολουθώντας έτσι μια διαδοχή, που ξεκινά από τις σχέσεις αίματος (πατέρας-υιός, σχέσεις αδελφών), περνά στη φυσική εγγύτητα (συνοικίες, χωριά) και φτάνει στη διανοητική-πνευματική εγγύτητα (έθνη, θρησκείες), βρίσκουμε διαφορετικές μορφές κοινότητας τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη κλίμακα, σε τοπικό ή οικουμενικό επίπεδο, από τη στοιχειώδη σχέση δύο ανθρώπων ως τις πιο σύνθετες και πολύπλοκες υπερεθνικές δομές.
Με τον τρόπο αυτό ο Tönnies κατόρθωσε να μιλήσει για το κοινοτικό πνεύμα σ’ ένα πλαίσιο διαχρονικό, υιοθετώντας αλλά και εμπλουτίζοντας τη νεωτερική σκέψη.
  Προσπάθησε να πραγματώσει, πιστεύουμε, όλο το κίνημα της Θεολογίας της απελευθέρωσης τη θεωρία αυτή και να προσδιορίσει εξ αρχής τη σχέση της τοπικής κοινότητας με την κεντρική εκκλησιαστική και πολιτική εξουσία, πέρα από επιμέρους παραδόσεις και  χωρίς φορμαλιστικούς περιορισμούς όπως το μικρό μέγεθος ή η  χωρική εγγύτητα κλπ, αντιδιαστέλλοντας  τα στον ατομοκεντρισμό του νέο φιλελευθερισμού ή/και απολυταρχισμού, όπως τις εξέφραζαν οι εγκάθετες κυβερνήσεις και οι παρά εκκλησιαστικές οργανώσεις (πρβλ. χαρακτηριστικά την περίπτωση της Χιλής: Πινοσετ και Opus Deı).
Ο Α.Α. προσεγγίζει στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του τη διαχρονικότητα και αναγκαιότητα της θεολογίας της απελευθέρωσης ως εργαλείο επανευαγγελισμού της εκκλησίας μας αλλά και εκκλησιαστικοποίησης του απομαγευμένου σύγχρονου κόσμου μας. Η εκκλησία στο σύγχρονο κόσμο δε μπορεί να είναι μακριά από τους φτωχούς και τα μεγάλα λαϊκά στρώματα, αφού αυτά είναι  πια ο Λαός του Θεού κι οφείλει να τους αποκαθάρει από την άγνοια και την καταπίεση, ως άλλος Νιπτήρ. Η Εκκλησία, ως λαός του Θεού πρέπει να απαλλαχθεί από την κληρικοκρατία ως δείγμα ενότητας και ισότητας όλων των συμμετεχόντων. Ο Gustavo Guıtıerrez στη μελέτη του «Θεολογία από την αθέατη πλευρά της ιστορίας»  έγραφε: «Αυτήν την εποχή δίνεται ολοένα και σαφέστερα η εντύπωση σε πολλούς χριστιανούς ότι η εκκλησία, αν θέλει πραγματικά να είναι πιστή στον Θεό του Ιησού Χριστού, πρέπει να συνειδητοποιήσει για τον εαυτό της ότι ξεκινά από κάτω, από τους φτωχούς αυτού του κόσμου, από τις αξίες που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, από τις υποτιμημένες φυλές, από τους περιθωριοποιημένους πολιτισμούς. Πρέπει να κατέλθει στον Άδη αυτού του κόσμου και να κοινωνήσει με τη δυστυχία, την αδικία, τους αγώνες και τις ελπίδες των κολασμένων της γης, γιατί σε αυτούς ανήκει η Βασιλεία των ουρανών…».  
Στη συνέχεια μας παρουσιάζει όλες τις εκδοτικές προσπάθειες στον ελλαδικό χώρο και το καταφέρνει πολύ καλά βασισμένος  και στην παλιότερη ενασχόλησή με τα τον κόσμο των εκδόσεων. Εδώ, θα πληροφορηθούμε για τις εκδόσεις των Καμάρα, Τόρρες, Ρομέρο και των άλλων θεωρητικών του κινήματος, κυρίως από κοσμικά/λαϊκά βιβλιοπωλεία, αφού οι ελλαδικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι προσπάθησαν να αγνοήσουν όλη αυτή την αναγέννηση της θεολογίας στη δυτική διανόηση. Οι πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι Ν. Νησιώτης και Ι. Πέτρου ήταν οι φωτεινές εξαιρέσεις του φοβικού κλίματος που είχε δημιουργήσει η εγκάθετη επταετής δικτατορία και στην ελλαδική χριστιανική κοινότητα.
Όλο αυτό το φοβικό κλίμα περνά και στα σχολικά εγχειρίδια της θρησκευτικής αγωγής, θέμα που απασχολεί το συγγραφέα στο τρίτο κεφάλαιο του πονήματός του. Από αυτά του 1986 έως και τα του 2006, είκοσι χρόνια δηλαδή εκπαιδευτικού έργου, οι αναφορές είναι ελάχιστες στο συγκεκριμένο ανανεωτικό κίνημα κι ακόμα λιγότερες στις άλλες Θεολογίες της Απελευθέρωσης: τη Μαύρη, του Τρίτου Κόσμου και τη Φεμινιστική  αγνοώντας και την παιδαγωγική παρεμβατικότητα, στα θέματα της πολιτισμικής ανάπτυξης,  τουPaulo Freire. Τα Αναλυτικά Προγράμματα του 1983 προβλέπουν την παρουσίαση της και θα λέγαμε ότι είναι ένα θετικό πρώτο  βήμα. Οι αντίστοιχες διδακτικές ενότητες που δημιουργούνται από τους συγγραφείς των εγχειριδίων είναι το δεύτερο  βήμα για την κοινοποίηση των αρχών του κινήματος σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες και η έξοδός του από την αφάνεια που το είχαν καταδικάσει οι εκκλησιαστικοί κύκλοι. Έτσι, οι μαθητές του ελληνικού δημόσιου σχολείου γίνονται μέτοχοι της σύγχρονης  αυτής θεωρίας της εκκλησιαστικής κοινότητας αλλά και της δημοκρατικής δομής και λειτουργίας της ως μοχλός πραγμάτωσης της.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι μια ανθολόγηση αποσπασμάτων των προαναφερθέντων κειμένων με κύριο στόχο του συγγραφέα τη χρήση τους στην εκπαιδευτική πράξη από το σύγχρονο θεολόγο ώστε ο μαθητής να αισθανθεί ότι η εκκλησία είναι πρωτίστως δική του υπόθεση κι όχι μια κλειστή κοινωνική ομάδα διατήρησης κοινωνικών προνομίων κι αναπαραγωγής στερεοτύπων. Ο κάθε νέος μπορεί να προσεγγίσει την εκκλησιαστική κοινότητα ισότιμα, και να προσπαθήσει να την κάνει και δική του υπόθεση κι όχι να είναι μια κληρικαλιστική θέσφατη δομή αποκλεισμών. Κι αυτό θα γίνει μέσα από ένα μάθημα που θα βασίζεται στις δημοκρατικές αρχές και στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών. Η θρησκευτική αγωγή οφείλει στον εαυτό της αρχικά και στους μαθητές στη συνέχεια, να υιοθετήσει σύγχρονα θεολογικά ρεύματα και να προσδιοριστεί ως πρωτοπόρα διανοητική πρακτική εάν θέλει να ξαναγίνει κέντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας κι όχι απλά ένα ακόμη μάθημα, ίσως κι επιλεγόμενο ή άχρηστο. Και η θεολογία της απελευθέρωσης μπορεί να προσφέρει τα εργαλεία προς αυτή την κατεύθυνση.
Να κλείσουμε την παρουσίαση του βιβλίου με ένα ενδεικτικό απόσπασμα (σελ50) του Γκουσταύο Γκουτιέρες: «η θεολογία της απελευθέρωσης είναι μια προσπάθεια να βρεθεί μια γλώσσα, με την οποία να μιλήσουμε για την Αγάπη του Θεού στους θεόφτωχους χριστιανούς αυτής της Ηπείρου…η εκκλησία δεν είναι καταφύγιο μακριά από την πόλη. Ακολουθεί τα βήματα εκείνου του Ιησού που έζησε, δούλεψε, αγωνίστηκε και πέθανε στο κέντρο της πόλης…χωρίς στράτευση στο πλευρό των φτωχών, δεν μπορεί να υπάρξει χριστιανική ζωή».


εφημερίδα  ΝΕΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ 15/06/2011

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Δυο βιβλία για την οικονομική κρίση










Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη τ. 121 (2012), σσ. 101-104.


ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
έκδ. Γραφείου & Ιδρύματος Νεότητος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών,
Αθήνα 2011, σσ. 112.

Κωνσταντίνος Μπλάθρας,
TA ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ,
εκδ. Manifesto, Αθήνα 2011, σσ. 207.


Και τα δὐο βιβλία εκδόθηκαν καθώς άρχισε η γιγάντωση της κρίσης στην οποία πλέον αγκομαχάμε. Κρίσης του οικονομικού συστήματος και του πολιτικού στάτους κβο, δοκιμασία για τον πολιτισμό και τα κοινωνιοκεντρικά οράματα, στοίχημα για τον προφητικό λόγο. Αμφότερα το βιβλία αυτά είναι συμμετοχή στο στοίχημα αυτό.

Το πρώτο βιβλίο απαρτίζεται από οκτώ εισηγήσεις που έγιναν για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών το 2010, σε εκδήλωση που είχε διοργανώσει το υπό τη διεύθυνση του π. Αντωνίου Καλλιγέρη Γραφείο Νεότητος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (αυτό ωστόσο  δεν δηλώνεται εξ αρχής, και μόνο από κάποιες αποστροφές των εισηγητών καταλαβαίνει ο αναγνώστης για ποια εκδήλωση επρόκειτο). Στο βιβλίο δεν έχουν συμπεριληφθεί  οι συζητήσεις που ακολούθησαν τις εισηγήσεις, και οι οποίες συζητήσεις, πέραν της κενολογίας που αναπόφευκτα παρεισφρέει σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαν πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές, όπως η γνωστή ενδοχριστιανική διαφωνία αν ο πλούτος εξαγιάζεται με την επικάθηση λιβανιού στις δραστηριότητες των ευσεβών κεφαλαιοκρατών ή αν, αντιθέτως, καθε πλουτισμό τον κλωσσά η αδικία και ο εγωισμός. Εισηγητές ήταν άνθρωποι ποικίλων πεδίων και ιδεολογικών στιγμάτων.

Στο μικρό αυτό βιβλίο αποτυπώνεται μια απόπειρα παρέμβασης με νόημα. Παρεμβάσεις με νόημα ονομάζω εκείνες τις πρωτοβουλίες οι οποίες εισέρχονται στον δημόσιο χώρο θέλοντας και δυνάμενες να διαλεχθούν. Το "θέλοντας" σημαίνει ότι επιθυμούν τη συνάντηση, το "δυνάμενες" σημαίνει ότι έχουν την ικανότητα να βρουν κονό γλωσσάρι με τον άλλον. Αυτό είναι κάτι άλλο από το να μιλάμε νεφελωδώς για "παρουσία" στον δημόσιο χώρο. Παρουσία είναι κι όταν κάποιος εισέρχεται στον δημόσιο χώρο απλώς για να κάνει ηχηρό τον μονόλογό του ή (ακόμα χειρότερα) για να εκμεταλλευτεί τον δημόσιο χώρο κρυφοεπιθυμώντας την κατάργησή του και τον  σκασμό των άλλων που βρίσκονται εκεί. Αντιθέτως, οι παρεμβάσεις με νόημα πρώτα απ' όλα αναγνωρίζουν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου για την ανθρώπινη ζωή, ως φόρουμ όπου ζυμώνεις και ζυμώνεσαι. Πολυτιμότητα την οποίαν αντιμάχεται ο ολοκληρωτισμός (παλαιάς ή εκσυγχρονιστικής κοπής) και ο μεταμοντερνισμός, καθένας από τη δική του σκοπιά. Οι παρεμβάσεις με νόημα προϋποθέτει ισχυρή ταυτότητα, θεωρούν θετικό την αναμέτρηση περί αυτής, και καθιστούν εταίρους όσους συνομολογούν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου και  καταλαβαίνουν ότι με τον απέναντι υπάρχει ένα βασικό κοινό γλωσσάρι και συναντώμενες τροχιές ευαισθησίας. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα, στο οποίο ευλεπιστώ ότι θα αναφερθούμε ενδελεχέστερα προσεχώς.

Aπό τα πολλά χαρακτηριστικά των εισηγήσεων θα ήθελα να υπογραμμίσω τρία, τα οποία αφορούν το εγχείρημα της παρέμβασης με νόημα και, γι' αυτό, και το πνεύμα του δεύτερου βιβίου:

Πρώτον: Ο χριστιανικός χώρος μαστίζεται από έλλειψη νομιμοποίησης πραγμάτων που οφείλουν να είναι αυτονόητα - δηλαδή της κοινωνικής ευαισθησίας και της αλληλεγγύης ως ουσιωδών της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Τα κείμενα του αρχιεπισκόπου και του Ανδρέα Αργυρόπουλου, τα οποία τονίζουν τον σύμφυτο στην εκκλησιαστική παράδοση κοινωνισμό, είναι εντελώς χρειαζούμενα σήμερα, μα υπό νορμάλ συνθήκες θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητα, ώστε, μετά από μια δισέλιδη το πολύ αναφορά, να προχωρούσαμε στην αναμέτρηση με το σήμερα. Αλλά ούτε νορμάλ είναι οι συνθήκες, ούτε τις βελτιώνουν οι διάφορες ελιτίστικες θεολογίες, οι οποίες απαξιώνουν την κοινωνική ευαισθησία και εγκλωβίζουν το εκκλησιαστικό γεγονός σε σακραμεμενταλισμό και εκπνευματισμό.

Δεύτερον (αν και συναφές με το προηγούμενο): Παρ' όλο που η εκδήλωση και το βιβλίο τελούν υπό επισημότατη αιγίδα, δεν αποτελούν γεγονός αντιπροσωπευτικό του εκκλησιαστικού οργανισμού. Κάποιων θεολογικών ρευμάτων, ναι. Ο εκκλησιαστικός οργανισμός όμως κυριαρχείται από έναν συστημικό λόγο, ο οποίος περιορίζει την κοινωνική ευαισθησία στην περιστασιακή φιλανθρωπία και δεν ευνοεί μια ουσιαστική κριτική στις οικονομικές και κοινωνικές δομές. Οι όποιες αναφορές του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου στις δομές γίνονται μάλλον ως παρελκόμενα μιας ομολογιακής διάθεσης, παρά ως αναμέτρηση με τον Μαμωνά καθαυτόν. Είναι χαρακτηριστικό πώς αρκετοί εκκλησιαστικοί άνδρες ασκούν στον καπιταλισμό όση κριτική τους επιτρέπει η χαρά που ένιωσαν ανακαλύπτοντας στον Βέμπερ και στον συσχετισμό Καλβινισμού και καπιταλισμού μια συνηγορία κατά των αιρετικών. Πέραν αυτού του αυτοδοξασμού, όμως, ο εντοπισμός ενός ενδορθόδοξου καλβινισμού παραμένει ένα ζητούμενο. Παρόμοια, στις φαιότερες εκφράσεις του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου δεν κοστίζει κάτι να αγριέψουν το βλέμμα κατά του καπιταλισμού, εφ' όσον όμως πρώτα τον συνδέσουν με τον διεθνή σιωνισμό (αν, βέβαια, στα ευαγγέλια τίθεται θέμα εθνικότητας του Μαμωνά, είναι ψιλά γράμματα για τους φαιότερους!). Ο εκκλησιαστικός οργανισμός, για να σταθεί ευπρόσωπα απέναντι στην αναστάτωση που προκαλεί η κρίση, επικαλείται διάφορα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που μιλούν για την φιλανθρωπία, αποσιωπούν όμως όσα προχωρούν βαθύτερα και κρίνουν τις ίδιες τις δομές (και, για παράδειγμα, αποτρέπουν από συναλλαγές με τους ισχυρούς, αποδοκιμάζουν το πιστωτικό σύστημα, καταδικάζουν την αποστέρηση του εργατικού μισθού  κλπ). 

Μέσα σ' αυτή την αντιφατικότητα, λοιπόν, θα είναι κρίμα αν το βιβλιαράκι νοηθεί ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τον εκκλησιαστικό νεοφιλελευθερισμό και για όσους από τη μια μιλούν για κοινωνισμό και από την άλλη οργανώνουν ιερές μπίζνες. Οι προθέσεις του βιβλίου τεκμαίρονται αριστερές (βλ.χαρακτηριστικά την Εισαγωγή). Και ο τίτλος του μπορεί σήμερα να φαίνεται απλώς νόστιμος ή ανώδυνα περσοναλιστικός, στην πραγματικότητα όμως προϋποθέτει το προ μερικών δεκαετιών αίτημα "Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο". Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 το αίτημα αυτό υπονοεί μια σαφή κατεύθυνση, κοινωνιοκεντρική και όχι ατομοκεντρική, και ταυτόχρονα μια αποστασιοποίηση από αυταρχικές και γραφειοκρατικές στρεβλώσεις του κοινωνιοκεντρισμού. Η ματιά του βιβλίου δεν είναι στραμμένη σε αποσπασματικές χειρονομίες φιλανθρωπίας, αλλά σε καθαυτό το σύστημα. Αυτό έχει εξαιρετική σπουδαιότητα, διότι προτάσσει την έννοια του προσανατολισμού, του οράματος, της ουτοπίας η οποία αφορά το όχι-εδώ, όχι-ακόμη.  Και μόνο αυτή η επιλογή του, αποτελεί σύνταξη με όσους δεν συναινούν στην εννόηση της οικονομίας ως λογιστικής η οποία εκ φύσεως, τάχα, διέπεται από μία και μοναδική λογική και χρειάζεται απλώς διαχείριση κι όχι μια εξ αρχής άλλη λογική. Το πρόσφατο έργο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού, ξεκινά ακριβώς με την επισήμανση αυτού του θηριώδουςς προβλήματος των ημερών μας: "Στα πρώιμα στάδια του καπιταλισμού, πολιτικοί και οικονομολόγοι κάθε λογής και απόχρωσης πάλευαν να κατανοήσουν [τη ροή του κεφαλαίου] και μια κριτική αποτίμηση του πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός άρχισε να αναδύεται. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αποκλίνει από το κυνήγι μιας τέτοιας κριτικής κατανόησης. Αντ' αυτής, οικοδομούμε επιτηδευμένα μαθηματικά μοντέλα, αναλύουμε δεδομένα ακατάπαυστα, 'ψειρίζουμε' λογιστικά φύλλα, ανατέμνουμε τις λεπτομέρειες και θάβουμε κάθε αντίληψη του συστηματικού χαρακτήρα της ροής του κεφαλαίου κάτω από βουνά εργασιών, αναφορών και προβλέψεων" (μτφρ. Πέτρος Χατζοπουλος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σ. 9). Την ίδια επισήμανση βρίσκουμε, με διάφορα λόγια, σε διάφορα σημεία του βιβλίου μας (Καλλιγέρης, σ. 8· Αργυρόπουλος σ. 35· Μητρόπουλος, σ. 46· Κοτζιάς, σ. 96 κ.α.).

Τρίτον: Καθαυτή η ανταπόκριση όσων εισηγητών δεν κινούνται, με συμβατικά κριτήρια, στον εκκλησιαστικό - θεολογικό χώρο (καθηγητές Αλέξης Μητρόπουλος, Σάββας Ρομπόλης, Νίκος Κοτζιάς και βουλευτές Κωστής Χατζηδάκης, Φώτης Κουβέλης), μπορεί να συγκαταλεγεί στα κατά καιρούς φερέλπιδα ραγίσματα του πολιτικού παλαιοημερολογητισμού που θέλει τη θρησκεία άφωνη και ιδιωτική. Πέραν τούτου, ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του βιβλίου ξεχωρίζουν όσοι φαίνεται να έχουν σε επάρκεια τα δύο χαρακτηριστικά, του θέλειν και του δύνασθαι να διαλεχθούν. Και φυσικά μιλώ για τη συγκεκριμένη συμμετοχή τους και όχι για τις όποιες ευρύτερες κομματικές τους επιλογές. Δείτε, για παράδειγμα, τα κείμενα του Μητρόπουλου (που ονοματίζει σημεία σύγκλισης και απόκλισης με τις εκκλησιαστικές οπτικές και κάνει χειροπιαστές προτάσεις σε επίπεδο πράξης), του Κοτζιά (ο οποίος ξεκινά με την νηφαλιότατη κρίση ότι ο διαχωρισμός δεν πρέπει να είναι μεταξύ κοσμικών [προφανώς εννοεί τους μη-θρησκευόμενους] και Εκκλησίας[1], αλλά μεταξύ εκείνων που σκέφτονται κοινωνικά κι εκείνων που προτάσσουν τον εγωκεντρισμό) και του Δημήτρη Μόσχου (ο οποίος κατορθώνει να δείξει ότι η άρθρωση λόγου κοινωνικά υπεύθυνου και σύγχρονου είναι μπορετή δίχως να απεμπολείται το μεταφυσικό περιεχόμενο της πίστης[2]). Λιγότερο χυμώδη, από την άποψη αυτή, είναι κείμενα όπως αυτό του Φώτη Κουβέλη (στο οποίο δεν βρίσκεται ούτε λεκτική αναφορά στην Εκκλησία) και του Κωστή Χατζηδάκη (στην υπέρ της ελεύθερης οικονομίας απολογία του οποίου η αλληλεγγύη μοιάζει μονάχα  παρεπόμενο της ανάπτυξης, κι όχι όρος της. Δεν φαίνεται να 'ναι τυχαίο ότι η παρέμβασή του κλείνει του με το λόγιο "ο καλός Σαμαρείτης δεν θα εμενε στην ιστορία αν δεν είχε χρήματα να δώσει". Αγνοώ ποιος εντόπισε το νεύρο της παραβολής σ' αυτή την παράμετρο, αλλά μου θυμίζει τους παλιούς [μόνο;] ισχυρισμούς ότι ο Χριστός ήταν υπέρ του τοκισμού και του πιστωτικού συστήματος, επειδἠ στις παραβολές του χρησιμοποίησε την εικόνα εντόκων συναλλαγών[3]). Εν τέλει, βασικός άξονας του βιβλίου (τον οποίον κάθε εισήγηση τον προσεγγίζει με τον τρόπο της) είναι το ερώτημα αν ο ηθικός προβληματισμός εμπεριέχεται στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας ή αν, αντιθέτως, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα - αν όχι βαρίδι.

Το δεύτερο βιβλίο, αυτό του Κωνσταντίνου Μπλάθρα. είναι άλλης λογής από το πρώτο, μα όχι άλλου λογισμού. Εννοώ ότι εστιάζει στην επικαιρότητα, μπαίνει δηλαδή σε ναρκοπέδιο, με τα κριτήρια πάντως για τα οποία αγωνιά το πρώτο. Ο Μπλάθρας είναι άνθρωπος που γράφει ανδρεία. Στο βιβλίο έχει συγκεντρώσει σαραντατρία κείμενα, τα περισσότερα εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Χριστιανική"[4] από το 2004 (χρονιά των Ολυμπιακών καμωμάτων στη χώρα μας) μέχρι πρόσφατα, και τα οποία ανατέμνουν πτυχές της αναδυόμενης τότε και θεριεύουσας τώρα κρίσης. Ως βασικό χαρακτηριστικό τους (και σε αντιδιαστολή προς πλήθος άλλων κειμένων που βροχηδόν παράγονται για το ίδιο θέμα) θα όριζα μια ριζοσπαστική κοινωνική ματιά, προσηλωμένη όμως στη δημοκρατία. Και μιλώ για προσήλωση στη δημοκρατία (πάλι με την ελπίδα για ενδελεχέστερη προσέγγιση μιαν άλλη στιγμή) διότι θεωρώ εξαιρετικό κίνδυνο στις μέρες μας κάποιες παρουσίες με λαϊκές ριζοσπαστικές θέσεις μεν, αλλά θέσεις ταυτόχρονα αντιδημοκρατικές, μσαλλόδοξες και ανελεύθερες (πρβλ. το Προλογικό μου στη Σύναξη τ. 120). Ο Μπλάθρας αγαπά την πατρίδα και γι' αυτό δεν την εκπορνεύει στον σωβινισμό. Έχει πρόβλημα και με τη δήωσή της, και με την ταξικότητα της κοινωνίας της και με τον εκφασισμό της πολιτικής ζωής (σσ. 20, 63, 129 κ.α.).

Στα "Πρωτοσέλιδα της Κρίσης" αποτυπώνεται μια σοβαρή πολιτική σκέψη, που παρακολουθεί τα πράγματα και βάζει την πίστη να προβληματιστεί επί του συγκεκριμένου και σημερινού. Και γι' αυτό δίνει πλήθος αφορμών για να κοντοσταθεί κανείς, να πληροφορηθεί, να συγκατανεύσει, να διαφωνήσει και -επί τέλους- να διψάσει για κουβέντα επί των ουσιωδών που συγκαλύπτονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Ενδεικτικά της σοβαρότητάς της είναι ο εντοπισμός λαϊκιστικών χαρακτηριστικών της μεταπολίτευσης ήδη στην περίοδο της προηγηθείσας δικτατορίας (σσ. 7-8), η αναφορά στις νέες, δουλοκτητικές εργασιακές σχέσεις (σ. 13), η ενόχληση από τον διασυρμό του σοσιαλισμού (σ. 100), η αυτοκριτική του Ορθοδόξου χώρου (σ. 30). Το βιβλίο έχει βαρειά ανάσα, την ανάσα της ευθύνης. Και γι' αυτό δεν ανήκει στις διαμαρτυρίες που εγείρονται ευκαιριακά και ιδιωτελώς, απλώς για να κολακέψουν τον άνθρωπο-καταναλωτή, ο οποίος λάτρεψε την κομματοκρατία, μα στο φινάλε έχει ενοχληθεί επειδή δυσλειτούργησε ο αγαπημένος του καπιταλισμός και έφτασε σε αδιέξοδο ο βολικός κατά τα άλλα παρασιτισμός του! Το βιβλίο θέτει ξανά το θέμα του οράματος και, μοιραία, της περιστασιακής φιλανθρωπίας. Η φιλανθρωπία (και δη των ζωντανών ενοριών, ως κοινοτήτων) είναι σπουδαίο πράγμα, διότι αφορά τη πράξη, και η πράξη αλλάζει τον κόσμο με τον τρόπο της ζύμης, τον υπομονετικό μα και δραστικό. Αλλά αυτό αληθεύει εάν πρόκειται για πράξη που κομίζει ένα όραμα και διεμβολίζει με αυτό την θανατίλα της καθημερινότητας. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για χειρονομίες που προσφέρουν νομιμοποίηση στο συστημικό κακό και αποτρέπουν από μια οραματική κριτική του, απολήγει σε οξύμωρο· γίνεται όχημα της θανατίλας. 

Οι χριστιανικές παρεμβάσεις με νόημα, όπως αυτά τα δύο βιβλία, κατορθώνουν να διαλεχθούν με την εποχή τους, δηλαδή πετυχαίνουν να μιλήσουν ένα κοινό γλωσσάρι. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν (και οφείλουν να κουβαλούν) ένα χαρακτηριστικό που πάντα θα τις κάνει να είναι ουκ εκ του κόσμου τούτο. Είναι η επιμονή στην αγάπη και στο ότι καταδικασμένες δεν είναι μόνο οι απερίφραστες στάσεις μισανθρωπίας, αλλά και εκείνη η κοινωνική πρόνοια η οποία δεν εδράζεται στην αγάπη, αλλά βλέπει τους ανθρώπους απρόσωπα - ως κατηγορίες και σύνολα και αριθμούς. Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία εδώ θα μπορούσε να έχει σπουδαία συμβολή. Δείγματος χάριν μνημονεύω εδώ τον τρέχοντα διάλογο μεταξύ των ρωλσιανών (θιασωτών του Τζων Ρωλς και της θεωρίας του περί δίκαιης κοινωνίας) και του μαρξιστή Tζέραλντ Κοέν, πάνω στο ερώτημα αν ο εγωισμός λειτουργεί συχνά θετικά (ιδίως στην περίπτωση των εγωιστών ταλαντούχων, εκ των οποίων πολλοί θεωρούν επιβεβλημένη την προνομιακή αμοιβή) και στο αν για τη διαμόρφωση μιας δίκαιης κοινωνίας είναι απαραίτητο ένα ήθος δικαιοσύνης εκ μέρους όλων των μελών της[5]. Τέτοια θέματα, όπου η ανθρωπολογία, η πράξη, η πολιτική, η ηθική και η οικονομία διασταυρώνονται, βρίσκονται στην καρδιά ενός προβληματισμού, ο οποίος εύχομαι να καρπίσει στη χώρα μας με τη φροντίδα όσων συχαίνονται κάθε λογής φονταμενταλισμούς, θρησκευτικούς και άθεους εξίσου.

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


[1]    Αυτό αποτελεί πλέον βασική θέση του. Βλ. λ.χ. τον πρόλογό του "Θρησκεία - Πολυπολιτισμός", στο: Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο (επιμ. Εμμ. Κλάψης, μτφρ. Αριάδνη Αλαβάνου), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σσ. 9-26.

[2]    Μια παρονυχώδη διόρθωση εδώ: Το ευαγγελικό χωρίο για την ανεστιότητα του Χριστού (Ματθ. 8: 20, Λουκ. 9: 58)  γράφει "κλίνῃ" - όχι "κλίναι", όπως συχνά εκ λάθους γράφεται (ό.π., σ. 105) .

[3]    Βλ. τον αντίλογο του Γεωργίου Δημ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και πλούτος,εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 32009, σσ. 255-253.

[4]    Κάποια (σσ. 155-165) προέρχοντα από τη συμμετοχή του στο προφητικό βιβλίο Μνημόνιο, η υποθήκευση της Ελλάδας (η "Σύμβαση Δανειακής Διυκόλυνσης" και το "Μνημόνιο Συνεργασίας", με εισαγωγή και σχόλια Γεώργιου Κασιμάτη, Κώστα Βεργόπουλου, Κωνσταντίνου Μπλάθρα), εκδ. Χριστιανική, Αθήνα 2010, σσ. 15-30.
[5]    Τζέραλντ Άλαν Κοέν, Γιατί όχι σοσιαλισμός; (εισαγ. - μτφρ. Νικόλας Βρούσαλης), εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2010.